Τα μάτια της υγρά, γεμίζανε με απελπισία το μικρό δωμάτιο του νοσοκομείου. Το χρώμα του προσώπου της είχε αρχίσει να κιτρινίζει. Σκέψεις και ώρες είχαν γίνει ένα. Απέλπισία και ένα θολό αντίο που ο μικρός στο προσκεφάλι της δεν ήταν έτοιμος να πει. Στο βάθος του διaδρόμου στο δημόσιο εκέινο νοσοκομείο στην πτέρυγα των καρκινοπαθών άκουγε κανείς συχνά κλάμματα και ανθρώπους που ουρλιάζανε πως δεν θέλουν να πεθάνουν. Οι νοσοκόμες είχαν πάθει μια μορφή ανοσίας στην αρρώστια του πόνου και σιωπηρές άφηναν την κάθε οικογένια να ζήσει το δικό της δράμα. Ήταν απόγευμα,προχωρημένη ώρα. Ο ήλιος έιχε αρχίσει από ώρα να πέφτει δίνοντας στην ανοιξιάτικη φύση έναν έντονο τόνο ειρώνιας και σαρκασμού απέναντι στον άνθρωπο και την μοίρα του. Δεν υπήρχε συναίσθημα στην φύση, ούτε λογίκη, ούτε καν ηθική. Υπηρχαν μόνο στιγμές για όλα και εκείνες όμως μέσα σε πορτοκαλι και καφέ χρώματα χάραζαν μια γραμμή νοητή απο εκείνο το δωμάτιο μέχρι την αιωνιότητα. Το φώς αδύναμο φίλτραρε με τρόπο ευγενικο ένα λεπτό πέπλο σκόνης . Οι ήχοι και τα λόγια ήταν σαν να ακουγονται με τους μορφασμούς και όχι με τον ήχο. Βήματα ανθρώπων , βήματα απελπισίας, τηλεφωνα από τον διαδρομο, καποιοι που έχουν γύρει σε ένα καναπέ να πάρουν δυνάμεις. Ιδρώτας και υπερπροσπάθεια, και όλοι να θέλουν να δείξουν γεναίοι σε αυτό που αντιμετώπιζαν. Να δείξουν στον ταξιδίωτη πως υπάρχει ελπίδα να μείνει κοντά τους. Μάταια όμως. Όλο εκείνο το δωμάτιο με τους στενούς διαδρόμους , τις φωνές και την αναμονή εφτιαχνε με τραγικό τρόπο τη σκήνη μιας τελευταίας παράστασης.
«Θες νερό?» Το μικρό αγόρι συνέχισε να χαιδεύει με στοικότητητα τα μαλλιά της μητέρας του. «Μίλησε μου...» το αγόρι δάκρυζε συνέχεια αλλά προσπαθούσε να φανεί γεναίο. Η μητέρα του σύντομα θα ταξίδευε με τους αγγέλους. Συχνά ο μικρός σκεφτόταν με πίκρα πως γίνεται ένας θεός να δοκιμάζει έναν άνθρωπο με αυτό τον τρόπο. Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη σε ένα σιδερένιο και ξεβαμμένο κρεββάτι. Το βλέμμα της εδώ και ώρες είχε αρχίσει να θολώνει και να μένει καρφωμένο στα κλαριά του δέντρου έξω από το παράθυρο. Εδινε την εντύπωση ότι έψαχνε έναν τρόπο να δραπετεύσει, να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ξεφύγει από έκεινο το αδιέξοδο. Διπλα της το μικρό αγόρι δεν είχε φύγει εδώ και μέρες. Ηταν ήδη κουρασμένο σε σημείο που ενδόμυχα παρακαλούσε να τελειώσουν όλα, όμως μετά γεμάτο τύψεις για τις σκέψεις του επέστρεφε στο προσκεφάλι της και υπέμενε όλο το μαρτύριο....
Οι νοσοκόμα μπήκε με ελαφρά βήματα στο δωμάτιο κρατώντας καθαρά λευκά σεντόνια στο χέρι.
«Είσαι πολύ γενναίος» του είπε. « Η μαμά σου πρέπει να ειναι υπερήφανη που έχει ένα τέτοιο γιο να την αγαπάει.» Το αγόρι κόμπιασε από τους λυγμούς που αρχίσανε να αναβλύζουν από τα πιο βαθιά σημεία της ψυχής του. Η νοσοκόμα προχώρησε με ελαφρά βήματα, ακούμπισε τα σεντόνια σε μια γωνία και στην συνέχεια επιδέξια χαίδεψε το κεφάλι της γυναίκας.
«Η ώρα είναι κοντά , σιγοψιθύρισε, πρεπει να φωνάξω τον γιατρό» Το αγόρι έμεινε στο μικρό δωμάτιο πάλι μόνο του μαζί με την μάνα και τις σκέψεις του. Όλοι του λέγανε πως είναι θαραλλέος αλλά ο ίδιος πίστευε ότι ποτε δεν θα κατάφερνε να φτάσει σε εκείνη. Ηξερε μέσα του πως είχε περάσει μέσα από όλα τα επίπεδα του εσωτερικού πόνου και όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα δευτερόλεπτο απο την καθημερινότητα της μητέρας του. Μερικά λεπτά αργότερα ο γιατρός με την σειρά του επιβαιβαίωσε οτί η γυναίκα είχε χάσει επαφή με το περιβαλλον. Σε λίγες το πολύ ώρες όλα θα είχαν τελειώσει. Επρεπε να αρχίσουν να καλούν τους συγγενείς και τους φίλους της οικογενειας. Εφυγε και ο γιατρος , έφυγαν και οι νοσοκόμες. Το αγόρι έμεινε πάλι μόνο του. Κοιτούσε αδιακοπα το προσωπο της μητέρας του που με το περάσμα της ώρας ανάσαινε όλο και ποιο βαριά. Όλο αυτό τον καιρό που βρίσκοταν στο πλαί της είχε μάθει όλες τις λεπτομέριες του προσώπου της. Τα μάτια που λάμπανε μυστήρια, τις ρυτίδες από το κουρασμένο δέρμα τα υγρά και λιγοστά μαλλιά που είχαν απομείνει. Το μυαλό του γύρισε σε επόχες οπού ανέμελα της έπιανε το χέρι και μαζί σεργιάνιζαν και παίζαν στους δρόμους της μικρής εκείνης πόλης. Η μάνα του ήταν ένας άνθρωπός γεμάτος ζωή. Τώρα σε εκείνο το μικρό δωματιο που μυριζε θάνατο η μάνα του άνοιξε τα μάτια για μια τελευταία φορά. Τον κοίταξε θολά . Στην συνέχεια σήκωσε το χερι της προς τον ίδιο. Το αγόρι κουνήθηκε από την θέση του. « τι θες ? πες μου τι θες να σου φέρω ? θες νερό?» Η γυνάικα δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση, απλά σήκωσε το χέρι της και εδειξε τον ίδιο. Ο μικρός ανατρίχιασε . Με αργές , πολύ αργές κινήσεις το χέρι της γύρισε και έδειξε τρεμάμενα προς το παράθυρο. Εμεινε ακίνητο για μερικά δευτερολεπτα . Ο χρόνος σταμάτησε ενώ σταγόνες πικρού συναισθήματος πλημμύρισαν το χλωμό ποσωπό της. Όλα ήταν αργά, όλα ήταν ακίνητα. Δεν υπήρχε νόημα στην αιωνιότητα χωρίς εκείνη, μόνο στάχτες που μαζεύει το πρωινό βοριαδάκι. Εκείνο το ξεθωριασμένο δωμάτιο με τις φωνές και την απελπισία πέρασε σε μια άλλη διάσταση του πόνου. Εκεί που οι άνθρωποι είναι απλά ο εαυτός τους και όταν νοιώθουν το παγωμένο και σίγουρο τέλος αφήνουν τα πάντα με σκοπό το πέρασμα στην αιωνιοτήτα. Είναι τότε που για μια φορά όλοι μας ξέρουμε ποιος πραγματικά μας αγαπάει. Μετά αργά , σαν φύλλο, έπεσε και δεν κινήθηκε ξανα. Κέρωσε και υποδέχτηκε με λυτρωση το τέλος. Το αγόρι έμεινε μόνο του στο δωματιο. Έκλαιγε για ώρα μεχρί που μια νοσοκόμα τον απομάκρυνε ωστέ ετοιμάσει την νεκρή....
Ξύπνημα Δευτέρας
Το κινητό υπάνω στο μικρό κομμοδίνο έβγαλε τον αστυνόμο από τον λήθαργο στον οποίο είχε πέσει . Το όνειρο με τις τελευταίες ώρες της μητέρας του στο'ιχειωνε εδώ και χρόνια τα όνειρα του. Ήθελε με κάθε τρόπο να καταλάβει τι ήθελε να του πει . Ο γιατρός του είπε οτι επρόκειται για αντανακλαστικές κινήσεις χωρίς όμως κάποιο ιδιαίτερο νόημα . Ο ίδιος όμως ήξερε μέσα του πως δεν ήταν έτσι. Όλα αυτά τα χρόνια τον κατάτρωγε το ίδιο ερωτηματίκο. Σαν μια αλυσίδα περασμένη σφικτά στο λαιμό του που δεν του άφηνε το περιθώριο ούτε να αναπνεύσει. To έβλεπε και το ξανάβλεπε γεμάτος τρόμο. Η ψυχή του είχε παγιδευτεί μέσα σε εκείνη την στιγμή. Όλα τα χρονια της ζωής του ένοιωθε μερικές φορές πως ήταν ένα απλό διάλειμμα από εκείνη την μέρα. Ιδρωμένος και σχεδόν πανικόβλητος κούνησε το χέρι του για να το πιάσει. Ηταν τόσο αδέξιος που το μόνο που κατάφερε ήταν να το ρίξει στο πάτωμα. Εκείνο συνέχισε να χτυπαέι με δύναμη όλο και περισσότερο. Με μια τελευταία προσπάθεια το έπιασε. Τι ώρα ήταν? Είχε άδεια... ποιος μαλάκας να τον παίρνει τετοια ώρα?
«Ναι?»
Φιλικά αλλά και γεμάτη άγχος η φωνή άρχισε να τεντώνει το νευρικό του σύστημα από την άλλη πλευρά της γραμμής.
«Καλημέρα Jack. Δεν είχα σκοπό να σε ξυπνήσω αλλά ο μεγάλος έδωσε εντολή να ακυρωθεί η άδεια σου. Σε χρειάζομαι φίλε και ειναι σοβαρό»
Ο συνεργατης του ήταν μεσήλικας , τυχερός πατέρας με τρεις κόρες, ανθρώπος ήρεμος και καλιεργημένος πράγμα σπάνιο για αστυνομικό. Ειχε κόψει το κάπνιζμα εδώ και λίγο καιρό με αποτέλεσμα να κρατάει σπαστικά ένα στυλό στο χέρι και χτυπαει τα δακτυλα του ασταμάτητα σε βαθμό που άνετα θα του έδινες μια γροθιά να σταματήσει. Η καλή και ήρεμη οικογενιακή ζωή του είχαν δημιουργήσει μια μικρών διαστάσεων αλλά ολοστρόγγυλη κοιλιά που εύκολα θα πέρναγε κανείς για μπάλα. Δεν είχε φιλοδοξίες να φτάσει ψηλά , δεν ήταν γλύφτης και σίγουρα ήταν ο καλύτερος του φίλος.
«Jack ξύπνα πρεπει να έρθεις ρε φίλε. Εγινε κατι απίστευτο.»
«Τι έγινε?» Ο Jack ανακάθισε στο κρεββάτι και με το άλλο του χέρι αρχισε να ξύνει το κεφάλι του.
«Έλα και θα δεις. Και μόνο αν σκεφτείς ότι έχει έρθει ο μεγάλος αγκαλιά με τον δήμαρχο και δεν επιτρέπουν σε δημοσιογράφους ουτε να πλησιάσουν αυτό και μόνο λεει πολλά.»
«Καλά ρε μαλάκα, αν και δεν καταλαβαίνω, αν και μου την σπάει απίστευτα θα είμαι εκεί σε λιγο. .. Αλήθεια , που είσαστε?»
«Στο λιμανι. Στην προβλήτα που τα containers φορτώνουν για ανατολή. Είναι εύκολο να μας βρεις. Απλά στην είσοδο του λιμανιου δείξε ταυτότητα και πες ότι σε έστειλε ο μεγάλος. Φίλε άσε τι να σου πω. Τετοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στην ζωή μου. Το κορίτσι.... ο θεός ξέρει. Άσε έλα να δείς μόνος σου. Έχουμε να κάνουμε πολλά και ο χρόνος που μας δίνουν είναι λίγος ...»
Το τηλεφωνο έκλεισε και ο Jack εμεινε με απορία να κοιτάζει το κενό. Το κορίτσι? Ποιο κορίτσι ? Και άλλες φορές τον έχουν καλέσει γιατι βρέθηκε το πτώμα μιας πουτάνας ή καποιου ζητιάνου. Τι το ιδιαίτερο είχει αυτή η περίπτωση που έκανε τον γενικό αρχηγό της αστυνομίας και τον Δήμαρχο να παρεβρεθούν σε μια συγκαλλημένη απο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έρευνα ? Η περιέργια είναι μεγάλος σύμμαχος σε τέτοιες ώρες. Σηκώθηκε γρήγορα , φόρεσε αθλητικά παπυτσια και μια βαμβακερή μπλόυζα ενα άνετο σακάκι για την υγρασία , το περίστροφο με την εσωτερική θήκη και σχεδόν εξαφανίστηκε στις σκάλες ξεχνώντας την άδεια και τα όνειρα που ταράζαν τον ύπνο του. Σε λίγη ώρα θα έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια και δεν θα πίστευε αυτό που είχε συμβεί. Αλλά έτσι γίνεται πάντα με τον Αδη ....Οι πύλες είναι συνήθως κάτω από τα πόδια μας. Οταν ανοίξουν κανείς δεν είναι έτοιμος ώστε να πέσει μέσα....
Σημείωση1η : Η ιστόρια όπως θα έχετε καταλάβει είναι φανταστική. Κάθε κομμάτι της όμως περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Σημείωση2η : Η ιστορία και του πρώτου μέρος ξεκινά Δευτέρα, ενώ τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας δεν είναι άλλη από την... Κυριακή. Με αυτόν τον τρόπο είναι εύκολο για κάποιον να παρακολουθήσει την παράλληλη πορεία των δυο αντρών και πως αυτή θα μπλέξει στην πορεία.
Σημείωση 3η : Μέσα από την καρδια μου ευχαριστώ αυτούς που με νοιάζονται και με ανέχονται. Χωρίς εκείνους θα αισθανόμουν ένα τίποτα.
