Τετάρτη, 08 Οκτωβρίου 2008

Το χτύπημα του 7 ( second part ........Dreams)

Λίγο πριν το ξημέρωμα (Χαράματα Δευτέρας)

Τα μάτια της υγρά, γεμίζανε με απελπισία το μικρό δωμάτιο του νοσοκομείου. Το χρώμα του προσώπου της είχε αρχίσει να κιτρινίζει. Σκέψεις και ώρες είχαν γίνει ένα. Απέλπισία και ένα θολό αντίο που ο μικρός στο προσκεφάλι της δεν ήταν έτοιμος να πει. Στο βάθος του διaδρόμου στο δημόσιο εκέινο νοσοκομείο στην πτέρυγα των καρκινοπαθών άκουγε κανείς συχνά κλάμματα και ανθρώπους που ουρλιάζανε πως δεν θέλουν να πεθάνουν. Οι νοσοκόμες είχαν πάθει μια μορφή ανοσίας στην αρρώστια του πόνου και σιωπηρές άφηναν την κάθε οικογένια να ζήσει το δικό της δράμα. Ήταν απόγευμα,προχωρημένη ώρα. Ο ήλιος έιχε αρχίσει από ώρα να πέφτει δίνοντας στην ανοιξιάτικη φύση έναν έντονο τόνο ειρώνιας και σαρκασμού απέναντι στον άνθρωπο και την μοίρα του. Δεν υπήρχε συναίσθημα στην φύση, ούτε λογίκη, ούτε καν ηθική. Υπηρχαν μόνο στιγμές για όλα και εκείνες όμως μέσα σε πορτοκαλι και καφέ χρώματα χάραζαν μια γραμμή νοητή απο εκείνο το δωμάτιο μέχρι την αιωνιότητα. Το φώς αδύναμο φίλτραρε με τρόπο ευγενικο ένα λεπτό πέπλο σκόνης . Οι ήχοι και τα λόγια ήταν σαν να ακουγονται με τους μορφασμούς και όχι με τον ήχο. Βήματα ανθρώπων , βήματα απελπισίας, τηλεφωνα από τον διαδρομο, καποιοι που έχουν γύρει σε ένα καναπέ να πάρουν δυνάμεις. Ιδρώτας και υπερπροσπάθεια, και όλοι να θέλουν να δείξουν γεναίοι σε αυτό που αντιμετώπιζαν. Να δείξουν στον ταξιδίωτη πως υπάρχει ελπίδα να μείνει κοντά τους. Μάταια όμως. Όλο εκείνο το δωμάτιο με τους στενούς διαδρόμους , τις φωνές και την αναμονή εφτιαχνε με τραγικό τρόπο τη σκήνη μιας τελευταίας παράστασης.
«Θες νερό?» Το μικρό αγόρι συνέχισε να χαιδεύει με στοικότητητα τα μαλλιά της μητέρας του. «Μίλησε μου...» το αγόρι δάκρυζε συνέχεια αλλά προσπαθούσε να φανεί γεναίο. Η μητέρα του σύντομα θα ταξίδευε με τους αγγέλους. Συχνά ο μικρός σκεφτόταν με πίκρα πως γίνεται ένας θεός να δοκιμάζει έναν άνθρωπο με αυτό τον τρόπο. Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη σε ένα σιδερένιο και ξεβαμμένο κρεββάτι. Το βλέμμα της εδώ και ώρες είχε αρχίσει να θολώνει και να μένει καρφωμένο στα κλαριά του δέντρου έξω από το παράθυρο. Εδινε την εντύπωση ότι έψαχνε έναν τρόπο να δραπετεύσει, να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ξεφύγει από έκεινο το αδιέξοδο. Διπλα της το μικρό αγόρι δεν είχε φύγει εδώ και μέρες. Ηταν ήδη κουρασμένο σε σημείο που ενδόμυχα παρακαλούσε να τελειώσουν όλα, όμως μετά γεμάτο τύψεις για τις σκέψεις του επέστρεφε στο προσκεφάλι της και υπέμενε όλο το μαρτύριο....
Οι νοσοκόμα μπήκε με ελαφρά βήματα στο δωμάτιο κρατώντας καθαρά λευκά σεντόνια στο χέρι.
«Είσαι πολύ γενναίος» του είπε. « Η μαμά σου πρέπει να ειναι υπερήφανη που έχει ένα τέτοιο γιο να την αγαπάει.» Το αγόρι κόμπιασε από τους λυγμούς που αρχίσανε να αναβλύζουν από τα πιο βαθιά σημεία της ψυχής του. Η νοσοκόμα προχώρησε με ελαφρά βήματα, ακούμπισε τα σεντόνια σε μια γωνία και στην συνέχεια επιδέξια χαίδεψε το κεφάλι της γυναίκας.
«Η ώρα είναι κοντά , σιγοψιθύρισε, πρεπει να φωνάξω τον γιατρό» Το αγόρι έμεινε στο μικρό δωμάτιο πάλι μόνο του μαζί με την μάνα και τις σκέψεις του. Όλοι του λέγανε πως είναι θαραλλέος αλλά ο ίδιος πίστευε ότι ποτε δεν θα κατάφερνε να φτάσει σε εκείνη. Ηξερε μέσα του πως είχε περάσει μέσα από όλα τα επίπεδα του εσωτερικού πόνου και όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα δευτερόλεπτο απο την καθημερινότητα  της μητέρας του. Μερικά λεπτά αργότερα ο γιατρός με την σειρά του επιβαιβαίωσε οτί η γυναίκα είχε χάσει επαφή με το περιβαλλον. Σε λίγες το πολύ ώρες όλα θα είχαν τελειώσει. Επρεπε να αρχίσουν να καλούν τους συγγενείς και τους φίλους της οικογενειας. Εφυγε και ο γιατρος , έφυγαν και οι νοσοκόμες. Το αγόρι έμεινε πάλι μόνο του. Κοιτούσε αδιακοπα το προσωπο της μητέρας του που με το περάσμα της ώρας ανάσαινε όλο και ποιο βαριά. Όλο αυτό τον καιρό που βρίσκοταν στο πλαί της είχε μάθει όλες τις λεπτομέριες του προσώπου της. Τα μάτια που λάμπανε μυστήρια, τις ρυτίδες από το κουρασμένο δέρμα τα υγρά και λιγοστά μαλλιά που είχαν απομείνει. Το μυαλό του γύρισε σε επόχες οπού ανέμελα της έπιανε το χέρι και μαζί σεργιάνιζαν και παίζαν στους δρόμους της μικρής εκείνης πόλης. Η μάνα του ήταν ένας άνθρωπός γεμάτος ζωή. Τώρα σε εκείνο το μικρό δωματιο που μυριζε θάνατο η μάνα του άνοιξε τα μάτια για μια τελευταία φορά. Τον κοίταξε θολά . Στην συνέχεια σήκωσε το χερι της προς τον ίδιο. Το αγόρι κουνήθηκε από την θέση του. « τι θες ? πες μου τι θες να σου φέρω ? θες νερό?» Η γυνάικα δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση, απλά σήκωσε το χέρι της και εδειξε τον ίδιο. Ο μικρός ανατρίχιασε . Με αργές , πολύ αργές κινήσεις το χέρι της γύρισε και έδειξε τρεμάμενα προς το παράθυρο. Εμεινε ακίνητο για μερικά δευτερολεπτα . Ο χρόνος σταμάτησε ενώ σταγόνες πικρού συναισθήματος πλημμύρισαν το χλωμό ποσωπό της. Όλα ήταν αργά, όλα ήταν ακίνητα. Δεν υπήρχε νόημα στην αιωνιότητα χωρίς εκείνη, μόνο στάχτες που μαζεύει το πρωινό βοριαδάκι. Εκείνο το ξεθωριασμένο δωμάτιο με τις φωνές και την απελπισία πέρασε σε μια άλλη διάσταση του πόνου. Εκεί που οι άνθρωποι είναι απλά ο εαυτός τους και όταν νοιώθουν το παγωμένο και σίγουρο τέλος αφήνουν τα πάντα με σκοπό το πέρασμα στην αιωνιοτήτα. Είναι τότε που για μια φορά όλοι μας ξέρουμε ποιος πραγματικά μας αγαπάει. Μετά αργά , σαν φύλλο, έπεσε και δεν κινήθηκε ξανα. Κέρωσε και υποδέχτηκε με λυτρωση το τέλος. Το αγόρι έμεινε μόνο του στο δωματιο. Έκλαιγε για ώρα μεχρί που μια νοσοκόμα τον απομάκρυνε ωστέ ετοιμάσει την νεκρή....

Ξύπνημα Δευτέρας

Το κινητό υπάνω στο μικρό κομμοδίνο έβγαλε τον αστυνόμο από τον λήθαργο στον οποίο είχε πέσει . Το όνειρο με τις τελευταίες ώρες της μητέρας του στο'ιχειωνε εδώ και χρόνια τα όνειρα του. Ήθελε με κάθε τρόπο να καταλάβει τι ήθελε να του πει . Ο γιατρός του είπε οτι επρόκειται για αντανακλαστικές κινήσεις χωρίς όμως κάποιο ιδιαίτερο νόημα . Ο ίδιος όμως ήξερε μέσα του πως δεν ήταν έτσι. Όλα αυτά τα χρόνια τον κατάτρωγε το ίδιο ερωτηματίκο. Σαν μια αλυσίδα περασμένη σφικτά στο λαιμό του που δεν του άφηνε το περιθώριο ούτε να αναπνεύσει. To έβλεπε και το ξανάβλεπε γεμάτος τρόμο. Η ψυχή του είχε παγιδευτεί μέσα σε εκείνη την στιγμή. Όλα τα χρονια της ζωής του ένοιωθε μερικές φορές πως ήταν ένα απλό διάλειμμα από εκείνη την μέρα. Ιδρωμένος και σχεδόν πανικόβλητος κούνησε το χέρι του για να το πιάσει. Ηταν τόσο αδέξιος που το μόνο που κατάφερε ήταν να το ρίξει στο πάτωμα. Εκείνο συνέχισε να χτυπαέι με δύναμη όλο και περισσότερο. Με μια τελευταία προσπάθεια το έπιασε. Τι ώρα ήταν? Είχε άδεια... ποιος μαλάκας να τον παίρνει τετοια ώρα?
«Ναι?»
Φιλικά αλλά και γεμάτη άγχος η φωνή άρχισε να τεντώνει το νευρικό του σύστημα από την άλλη πλευρά της γραμμής.
«Καλημέρα Jack. Δεν είχα σκοπό να σε ξυπνήσω αλλά ο μεγάλος έδωσε εντολή να ακυρωθεί η άδεια σου. Σε χρειάζομαι φίλε και ειναι σοβαρό»
Ο συνεργατης του ήταν μεσήλικας , τυχερός πατέρας με τρεις κόρες, ανθρώπος ήρεμος και καλιεργημένος πράγμα σπάνιο για αστυνομικό. Ειχε κόψει το κάπνιζμα εδώ και λίγο καιρό με αποτέλεσμα να κρατάει σπαστικά ένα στυλό στο χέρι και χτυπαει τα δακτυλα του ασταμάτητα σε βαθμό που άνετα θα του έδινες μια γροθιά να σταματήσει. Η καλή και ήρεμη οικογενιακή ζωή του είχαν δημιουργήσει μια μικρών διαστάσεων αλλά ολοστρόγγυλη κοιλιά που εύκολα θα πέρναγε κανείς για μπάλα. Δεν είχε φιλοδοξίες να φτάσει ψηλά , δεν ήταν γλύφτης και σίγουρα ήταν ο καλύτερος του φίλος.
«Jack ξύπνα πρεπει να έρθεις ρε φίλε. Εγινε κατι απίστευτο.»
«Τι έγινε?» Ο Jack ανακάθισε στο κρεββάτι και με το άλλο του χέρι αρχισε να ξύνει το κεφάλι του.
«Έλα και θα δεις. Και μόνο αν σκεφτείς ότι έχει έρθει ο μεγάλος αγκαλιά με τον δήμαρχο και δεν επιτρέπουν σε δημοσιογράφους ουτε να πλησιάσουν αυτό και μόνο λεει πολλά.»
«Καλά ρε μαλάκα, αν και δεν καταλαβαίνω, αν και μου την σπάει απίστευτα θα είμαι εκεί σε λιγο. .. Αλήθεια , που είσαστε?»
«Στο λιμανι. Στην προβλήτα που τα containers φορτώνουν για ανατολή. Είναι εύκολο να μας βρεις. Απλά στην είσοδο του λιμανιου δείξε ταυτότητα και πες ότι σε έστειλε ο μεγάλος. Φίλε άσε τι να σου πω. Τετοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στην ζωή μου. Το κορίτσι.... ο θεός ξέρει. Άσε έλα να δείς μόνος σου. Έχουμε να κάνουμε πολλά και ο χρόνος που μας δίνουν είναι λίγος ...»
Το τηλεφωνο έκλεισε και ο Jack εμεινε με απορία να κοιτάζει το κενό. Το κορίτσι? Ποιο κορίτσι ? Και άλλες φορές τον έχουν καλέσει γιατι βρέθηκε το πτώμα μιας πουτάνας ή καποιου ζητιάνου. Τι το ιδιαίτερο είχει αυτή η περίπτωση που έκανε τον γενικό αρχηγό της αστυνομίας και τον Δήμαρχο να παρεβρεθούν σε μια συγκαλλημένη απο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έρευνα ? Η περιέργια είναι μεγάλος σύμμαχος σε τέτοιες ώρες. Σηκώθηκε γρήγορα , φόρεσε αθλητικά παπυτσια και μια βαμβακερή μπλόυζα ενα άνετο σακάκι για την υγρασία , το περίστροφο με την εσωτερική θήκη και σχεδόν εξαφανίστηκε στις σκάλες ξεχνώντας την άδεια και τα όνειρα που ταράζαν τον ύπνο του. Σε λίγη ώρα θα έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια και δεν θα πίστευε αυτό που είχε συμβεί. Αλλά έτσι γίνεται πάντα με τον Αδη ....Οι πύλες είναι συνήθως κάτω από τα πόδια μας. Οταν ανοίξουν κανείς δεν είναι έτοιμος ώστε να πέσει μέσα....


Σημείωση1η : Η ιστόρια όπως θα έχετε καταλάβει είναι φανταστική. Κάθε κομμάτι της όμως περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Σημείωση2η : Η ιστορία και του πρώτου μέρος ξεκινά Δευτέρα, ενώ τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας δεν είναι άλλη από την... Κυριακή. Με αυτόν τον τρόπο είναι εύκολο για κάποιον να παρακολουθήσει την παράλληλη πορεία των δυο αντρών και πως αυτή θα μπλέξει στην πορεία.

Σημείωση 3η : Μέσα από την καρδια μου ευχαριστώ αυτούς που με νοιάζονται και με ανέχονται. Χωρίς εκείνους θα αισθανόμουν ένα τίποτα.


Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Πίσω από τους κόσμους του χαρτιού και του χρόνου

Με Ελύτη και τα αστέρια που δεν βλέπω....

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου,

στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί
αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
ν' αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ' αρνιέται.
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ' άστρα.
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ' ουρανού
εξόν κι αν είναι τ' όνειρο που με ξανακοιτάζει
με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ' την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου,
τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

Με τις σκέψεις και ανάσα που μυρίζει ξανά, άνοιξα απόψε τους πόρους του μυαλού μου. Κοίταξα γύρω μου, μέσα στο περιθώριο. Εκαψα το παρελθόν μου, ξέχασα ποιος είμαι, άφησα το σεργιανι του κόσμου και κάθησα σε γραφείο. Είναι όλα καλά τώρα. Είναι αργά και η πόλη προσπαθει να ξεχάσει τι έζησε και σήμερα. Είμαστε όλοι νεκροί, είμαστε όλοι χαρτί... Και αν δεν καούμε... και αν δεν κοπούμε... σίγουρα θα μας λοιώσει ο χρόνος....

ΥΣ. Κώστα γύρισα....

Καληνύχτα

Πέμπτη, 08 Μαΐου 2008

Πετραδάκι... (Αύγουστος 2007 στην παραλία μου...νύχτα πριν το Ξημέρωμα)

Λιώνω στην ζέστη. Έχω ξενυχτήσει αλλή μια φορά. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Θυμάμαι τον φίλο μου που έφυγε και τις αποφάσεις που δεν έπαιρνα. Προσπαθώ να θυμηθώ πως ξεκίνησα, τι κυνηγάω. Είμαι πάλι μπροστά στην ίδια παραλία ... μόνος. Προσέχω τον ήλιο που γέρνει απάλα για σήμερα. Στην θάλασσα στο βάθος πουλιά και ένα ελαφρύ αεράκι να προσπαθει να με δροσίσει. Μάταια αυτό που με τρωει δεν φεύγει εύκολα. Η θάλλασσα είναι γαλήνια και πάιζει την δική της  μουσική. Νότες που μιλάνε σε όλες τις ψυχές,  ότι και να είναι όπου και να κρύβονται. "Που θα πάω τώρα? Τι θα κάνω? " Ενα πουθενά με ζώνει και μια απελπισία με πνίγει συνέχεια. Τα βράδια περπατάω μόνος για χιλιόμετρα, πίνω ασταμάτητα, καπνίζω και παρακολουθώ μέσα από ομίχλη τον κόσμο που ανούσια γελάει γύρω μου. Το πρωί με κεφάλι βαρύ προσπαθώ να βάλω την πραγματικότητα σε μια σειρά και να καταλάβω. Τι είναι αυτό που θα κάνω? " Σε κάθε αδιέξοδο είμαι μόνος. " Μερικές φορές ο ύπνος είναι σαν τον θάνατο. Σε τυλίγει και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας. Μου δίνει θάρρος το ξημέρωμα ενώ τον ηλιοβασίλευμα απλώς με πνίγει μέσα σε μια βουβή ασφυξία.

Έχω κάτσει σε μια πέτρα κοντά στην θάλλασσα. Ο κόσμος φεύγει και σε λίγο θα  είμαι πάλι μόνος. Περιμένω με υπομονή την ηλικιωμένη κυρία με το σταυρόλεξο στο χέρι να φωνάξει στον εγγονό της, το σύζυγο να τελειώσει τον καφέ του και να ακολουθήσει την γυναίκα του. Τα παιδιά στην παραλία χτίσανε το κάστρο τους. Αύριο θα είναι πάλι γκρεμισμένο και ξανά από την αρχή. Το σκοτάδι θα δίωξει τους πολλούς και σε λίγο θα καλέσει τους μυστικούς εραστές του. Υπάρχει στενή  σχέση σε αυτους που ζητάν την προστασία του. Κάποιοι θέλον να καλύψουν τις πραξεις τους. Κάποιοι άλλοι αφήνουν το πνεύμα να βγεί και το σώμα να κρυφτεί. Κάποιοι ψάχνουν την αλήθεια μιας εμπειρίας ενώ μερικοί άλλοι απλά αναζητουν ένα τρόπο να αισθανθούν κουρασμένοι. Στέκομαι σιωπηλός και ακούω το τίποτα. Είμαι σε ένα ακόμη σταυροδρόμι. Κάθε φορα η επιλογή πονάει όλο και περισσότερο. Το κενό μέσα μου μοιάζει να ανοίγει σαν παπαρούνα που θα λάμψει μόνο όταν με κλείσει όλο μέσα του. Σκοτάδι και πάλι σκοτάδι και πίσσα και μαυρίλα. Σκατένιος κόσμος σαδιστής απέναντι στους ταπεινούς. Δεν υπάρχει ευτυχία στην ζωή, μόνο στιγμές. Σαν μια μικρή πρέζα για να έχεις το κίνητρο να συνεχίζεις. Ετσι προχωράς και όταν σταματας αδημονείς να ξανασυνεχίσεις για να γλιτώσεις τον πόνο.

Ξαπλώνω στην παραλία και αγκαλιάζω το μπουκάλι. Το malt πίνεται σκέτο χωρίς πάγο και σε καθαρό ποτήρι. Εγω θα πιω όλο το μπουκάλι. Αναζητώ μέσα  στο σκοτάδι το νήμα που με υποχρεώνει να μένω δεμένος με την ζωή. Προσπαθω να βρω μέσα μου την αφετήρία . " Πως ξεκίνησα ? Ποιος ήταν ο σκοπός ? Ποιος ο προορισμός μου?" 'Ολα  μου φαίνεται  αποτελουν ένα κομμάτι από την μέση. Ούτε αρχή ούτε τέλος . Μια πορεία χωρίς σταματημό.

Το βλέμμα μου πέφτει πάνω στα πετραδάκια της παραλίας. Κάποτε ήταν βράχια, τώρα χωράνε και στην τσέπη μου. Αργά η γρήγορα όλα αλλάζουν, μεγαλώνουν η μικραίνουν ανάλογα με τις συνθήκες. "Τι είναι πραγματικά δικό μας? Η γή? τα χρήμματα ? η δόξα ? η οικογενια? η φυλή? η καριέρα? η γυναίκα? πολυ φοβάμαι τίποτα" Αυτες οι πέτρες έχουν την δικιά τους ιστορία και σίγουρα είναι μεγαλύτερη από την δική μου. Ηταν και θα είναι μετά από μένα και αυτούς που θα έρθουν. Σιωπή με λόγια τις σκέψεις στον αέρα. Αφού δεν μπορώ να έχω κάτι για πάντα δικό μου ας ανήκω εγώ  κάπου. Πάιρνω ένα βότσαλο στο χέρι και χαιδέυω την επιφάνεια του. Είναι ένας δεσμός με την ιστορία αυτός, θα υπάρχει όσο υπάρχω. Μέσα του θα φυλακίσω τις ευχες, τις ελπιδες και τα όνειρα. Δεν θα τον αφήσω από την ζωή μου αν δεν φτάσω... Γεμίζω ελπίδα σηκώνομαι όρθιος. Η φύση μου είχε μιλήσει. Μου θύμησε τον λόγο, μου έδωσε σκοπό. Είμουν και εγώ ένα βοτσαλάκι να πατάνε πάνω του μερικές σκέψεις. Με τον χρόνο θα έλιωνα και εγώ όπως εκείνα. Μεχρι τότε όμως έπρεπε να υπάρχω...

 

ΥΣ. Μήνες τώρα πια μετά και πολλά όνειρα έγιναν πραγματικότητα με ταχύτητα που θυμίζει αμερικάνικο όνειρο. Μέχρι και το τσιγάρο σχεδόν έκοψα μετά από τόσα χρόνια. Η μικρή πέτρα είναι ακόμα μαζί μου να θυμίζει τον λόγο που υπάρχω...

ΥΣ 2. KING CRIMSON ----------------- Μερικά πετραδάκια ταξιδεύουν μέχρι το τέλος του χρονου και τον ξεπερνάνε.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Το χτύπημα του 7.... (Part 1)

 

 

Ξύπνημα.

Το τηλέφωνο χτύπησε απανωτά στο μικρό δωμάτιο. Η υγρασία στους τοίχους άφηνε για μια ακόμα φορά τα σημάδια της πάνω στο φθαρμένο χρώμα. Το πάτωμα γεμάτο από φθαρμένα και βρώμικα ρούχα, πεσμένα μπουκάλια και σκουπίδια. Η σκόνη έχει χαρίσει απλόχερα μια λευκή νότα στην απαισιόδοξη εικόνα. Ο άντρας πάνω στο κρεβάτι έδειχνε να έχει πέσει σε κώμα και τίποτα δεν ήταν ικανό να τον φέρει πίσω στην πραγματικότητα. Άλλη μια έντονη νύχτα πάθους από τότε που έφυγε η Αννα. Δεν τον πείραξε ποτέ η φυγή της. Απλά έπινε για να περνάει καλά τίποτα περισσότερο. Ο θόρυβος του τηλεφώνου γέμισε ξανά το δωμάτιο. Ο άντρας με δυσκολία άνοιξε τα μάτια για να τα ξανακλείσει αμέσως χωρίς δύναμη. Με δυσκολίες το μυαλό του άρχισε να δίνει αμυδρές εικόνες από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Θυμήθηκε μπουκάλια με ποτό, κάπνα, ένα φίλο του οποίου το πρόσωπο δεν θυμόταν, ένα γυναικείο κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του. Ηδονή και χασούρα, ποτό και πάλι ποτό και κόκα και τρυπάκια και τσιγάρα. Ήταν χάλια, δεν μπορούσε να γυρίσει ούτε για να αλλάξει πλευρό.Το τηλέφωνο συνέχισε να κτυπάει απανωτά προκαλλώντας έντονο πονοκέφαλο στον άντρα. Ανύμπορος να κάνει οτιδήποτε, περίμενε να σταματήσει ο θόρυβος. Κάθε χτύπος του τηλεφώνου βούιζε μέσα στα αυτιά του όλο και πιο έντονα. Μετά ησυχία. Κανένας θόρυβος. Πόσα λεπτά είχαν περάσει; Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Αυτή την φορά δεν σταματούσε με τίποτα. Σαν να βγήκε μέσα από ένα τούνελ, ο άντρας σήκωσε αργά το κεφάλι, αργά έγειρε από το κρεββάτι ενώ, χωρίς να βρει την δύναμη, έπεσε με πάταγο στο πάτωμα. Δεν μπορούσε καν να σταθεί όρθιος. Σύρθηκε μέχρι το τηλέφωνο. " Ποιος μαλάκας να είναι;" σκέφτηκε. Το τηλέφωνο πραγματικά έμοιαζε να ζυγίζει πολλά κιλά, ειδικά την ώρα που το έφερνε στα αυτιά του. Τι μύριζε έτσι? Αν είναι δυνατόν... τα είχε κάνει πάνω του. Βρώμαγε ολόκληρος. Δεν θυμόταν τι είχε συμβεί. Όλες του οι σκέψεις χάνονταν πίσω από ένα μαύρο σύννεφο.

"Ποιος ? Ποιος είναι? αααααα μμμμμμ ". "Γλυκέ μου επιτέλους ξύπνησες. Φοβόμουν ότι μετά τα χθεσινά θα είχες πέσει σε μόνιμο λήθαργο". Η φωνή από την άλλη μεριά της γραμμής ήταν κρύα, λεπτή, σταθερή, με πλήρη καθαρότητα στην έκφραση των λέξεων. Είχε μια κάπως ξενική προφορά, τύπου ανατολικού μπλοκ. ''Ώρα να πιάσεις δουλειά." "Θυμάσαι? Το 7. Πρέπει να πιάσεις το 7...." Ηχηρά γέλια ακούστηκαν από το τηλέφωνο. Την ίδια εκείνη στιγμή που ο κατάκοπος άντρας γούρλωνε τα μάτια του γεμίζοντας με αγωνία και τρόμο την ψυχή του. Ήθελε να κλείσει το τηλέφωνο, να γυρίσει την πλάτη του, να πέσει πάλι σε λήθαργο. Μάταια όμως ... έπρεπε να πιάσει το 7. Τί είχε κάνει; Σε τι λαβύρινθο τον έριχνε η μοίρα? Σιγά σιγά το μυαλό του άρχισε να δουλεύει ξανά. Οί σκέψεις του άρχισαν να γυρίζουν μια λογική διαδικασία. Η γυναίκα στο τηλέφωνο λεγόταν Αλίκη....

Σηκώθηκε όρθιος. Πήρε μια μισοσπασμένη καρέκλα και κάθησε στη μέση του δωματίου. Με τα χέρια του άρχισε να ξύνει νευρικά τα μάγουλά του. Ο λαιμός του ήταν τελείως ξεραμένος. "Τι κατέβασα πάλι? Τι μαλακίες κάνω? Το 7? Αυτό έχει την απάντηση σε όλα... Πρέπει να το βρώ... Πώς όμως? Πώς θα το βρώ?" Με αργές κινήσεις άφησε την καρέκλα και μπήκε στο μπάνιο. Με τα ρούχα μπήκε κάτω από το ντουζ. Άνοιξε το κρύο. Έμεινε κάτω από αυτό για αρκετά λεπτά. Οταν βγήκε, ένιωθε ότι είχε πάρει πάλι τον έλεγχο του εαυτού του. Έβγαλε τα ρούχα του, άνοιξε την ντουλάπα, φόρεσε άλλα, απλά ,καθημερινά. Από το συρτάρι έβγαλε ένα μικρό περίστροφο, έλεγξε αν είναι γεμάτο, το έκρυψε πάνω του. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Μια στιγμή πριν κλείσει την πόρτα, με την άκρη του ματιού του είδε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Μέση ηλικία, λαδωμένα μαλλιά, αποτυχημένος και απένταρος, αυτό ήταν, αυτό έβλεπε. Έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε τις σκάλες.

Club Nepesh – Aργά την προηγούμενη μέρα.

«Γαμημένη νύχτα, γαμημένε κόσμε σε σιχαίνομαι» Ο άντρας περπατούσε αργά,χωρίς ισορροπία. Τρέκλιζε εδώ και ώρες. Περπατούσε λές και βρισκόταν σε άλλη διάσταση. Είχε κολλήσει στο μυαλό του μια ιδέα. Προσπαθούσε να διακρίνει με τρόπο εμπειρικό τα φώτα της πόλης και το σκοτάδι ανάμεσά τους. Στις γωνίες και τα βρώμικα σοκάκια συχνά πυκνά έβλεπε πρεζόνια να τρεκλίζουν, πουτάνες να γαμιόνται στα όρθια, πιτσιρίκια να κλέβουν μεθυσμένους που στωικά κείτονταν στο δρόμο. Τα πόδια του πατούσαν σε παλιό τσιμέντο και χώμα. Είχε βρέξει πρόσφατα και ο τόπος έζεχνε υγρασία και αναθυμιάσεις από περιττώματα σκύλων και σκουπιδιών. Ο αέρας ήταν βαρύς και κάθε αναπνοή του ήταν σα να έβγαινε μέσα από ηφαίστειο. «. Ποιος είπε ότι η κόλαση είναι για τους νεκρούς? Η κόλαση είναι εδώ ανάμεσα μας.» σκέφτηκε λυπημένα. Έψαξε στην τσέπη του και με δυσκολία έβγαλε ένα τσαλακωμένο τσιγάρο. Κοίταξε για αναπτήρα αλλά μάταια. Τον είχε ξεχάσει στο προηγούμενο bar. Όσο περισσότερο προχωρούσε η νύχτα τόσο περισσότερο ένιωθε ότι βυθιζότανε μέσα της. Ήθελε να βρεί ένα τρόπο να δραπετεύσει από αυτή την ζωή όμως το μόνο που κατάφερνε συνέχεια ήταν να ξυπνάει στο δικό του βρώμικο δωμάτιο τρέμοντας. Μέρες και ώρες δεν είχαν πια σημασία. Απολαύσεις της στιγμής και κακής ποιότητας ποτό ήταν πλέον κομμάτι του εαυτού του. Σταμάτησε έναν μαύρο για φωτιά. Με δυσφορία ο κουρελής νεαρός έβγαλε ένα ξεθωριασμένο αναπτήρα. Η φλόγα και η πρώτη ρουφηξιά έφεραν τον εγκέφαλο του σε μια υποτυπώδη μορφή λειτουργίας. «έχει κανά bar εδώ κοντά να αράξουμε φιλαράκο?» Ο μαύρος γύρισε το κεφάλι με αποστροφή για να αποφύγει την σάπια μυρωδιά που έβγαζε η αναπνοή του μεθυσμένου. «Δυο στενά πιο κάτω, στρίψε αριστερά. Μόλις φτάσεις στα 50 μέτρα , θα βρείς ό,τι θες, αρκεί βέβαια να μπορείς να το πληρώσεις...» Προσπάθησε να τον ευχαριστήσει για την πληροφορία αλλά πριν καν προλάβει να ανοίξει το στόμα του ο άγνωστος χάθηκε με βιαστικά βήματα μέσα σε ένα στενό. Με μοναδικό κίνητρο την κρεπάλη και ίσως ένα φθηνό γαμήσι προχώρησε αναζητώντας το bar. Δυσκολεύτηκε να το βρει και έκανε αρκετά πειράματα στον προσανατολισμό. Παραλίγο να πέσει πάνω σε ένα κάδο με σκουπίδια αλλά τελικά τα κατάφερε. Έφτασε στον προορισμό του. Έσκασε ένα μισοπεθαμένο χαμόγελο και μπήκε μέσα.

Ο κόσμος μέσα στα bar αυτού του τόπου είναι σαν τις νυχτερίδες. Κοιμούνται όλη μέρα και το βράδυ ρουφάνε το αίμα των δυστυχισμένων θυμάτων. Το δικό του αίμα ένιωθε ότι είχε αρχίσει να στεγνώνει. « Έ, κύριος, ε, ρε μαλλ...κ...α σου .... μιλάω...» Ο barman τον πλησίασε ξαφνιασμένος. «Τι θες?» «Φέρε μου....» σάλιο « ένα» και άλλο σάλιο «μπούκαλι με ....» βήχας «ουίσκι?» τον ρώτησε ο barman. «Πως? Πως το κατ...» πριν ολοκληρώσει την φράση ο barman έδινε την απάντηση. «εκτός από ιδρώτα και σκουπίδια, βρωμάς και από αυτό» Γέλασε ειρωνικά και τον σέρβιρε. Ο μεθυσμένος έμεινε ακίνητος να κοιτάζει την παραμορφωμένη μορφή δυο βυζιών με φίλτρο το μπουκάλι. «Όλα φαίνονται αλλιώς όταν πίνεις, ακόμα και στο φως» σκέφτηκε. Πίσω όμως από την ευχάριστη παραίτηση που του έδινε το κακής ποιότητας ρόφημα, πίσω από τα τρεμάμενα πόδια έρχονταν ξανά και ξανά η ίδια εικόνα.... πολύ καιρό πριν:

«Σταμάτα σε παρακαλώ, σταμάτα» ο ήχος του λοστού χτυπούσε μέσα στην μανία του μια στο ξεβαμένο καλοριφέρ και μια πάνω στην γυναίκα που ήταν δεμένη πάνω σε αυτό. Μια το σίδερο μια το κρέας. Και τα δυο είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν από ώρα . Το πάτωμα είχε γεμίσει από ξερατά, αίμα και σπασμένα δόντια. Η αιμορφυρτή γυναίκα προσπαθούσε με λυγμούς και ό,τι δάκρυα της είχαν απομείνει να σταματήσει τη μανία του άνδρα της. «Σταμάτα, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ», μετά λυγμοί . Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πετυχαίνε το καλοριφερ, την στιγμή που όλη η μανία του ήθελε να ξεσπάσει πάνω της. Είχε πιει και δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του, ήθελε να σταματήσει αλλά δεν είχε την δύναμη. Στην άλλη γωνία μυξόκλαιγε το παιδί του. Το ειχε δέσει για να του δείξει τι σημαίνει τιμωρία. Κλάμματα παντού. Το δωμάτιο έδινε την εντύπωση ότι είχε σταματήσει τον χρόνο. Η γυναίκα είχε συρθεί και με μια τελευταια προσπάθεια αγκάλιασε το πόδι του. Μούγγριζε σαν ζώο πια μιας και δεν ηταν σε θέση να πει άλλες λέξεις. Οπως και να προσπαθούσε να κινηθεί ένοιωθε τα σπασμένα της πλευρά να τη σουβλίζουν. Ο δήμιος δεν είχε σκοπό να τελειώσει απόψε. Το στόμα του είχε γεμίσει σάλια, άφριζε σαν σκύλος, ενώ με ένα περιεργο και διεστραμμένο τρόπο είχε καβλώσει. Σκεπτόταν να την κόψει κομμάτια όταν μπήκαν στο δωματιο οι μπάτσοι. Ξύπνησε μετα από μέρες ετρεμε και έκλαιγε σαν μωρό παιδί, φοβόταν την σκιά του στον καθρέφτη. Όλα πλεόν είχαν αλλάξει. Ο ιδιος φοβοταν να αντικρύσει τον εαυτό του.

Χαμένος μέσα στην απογοήτευσή του και τις τύψεις ξαφνιάστηκε όταν αισθάνθηκε ξαφνικά ένα άγγιγμα στην πλάτη. Γύρισε και αντίκρισε ένα χαμογελαστό τύπο, ντυμένο με ασημένιο κοστούμι, λαμπερά δόντια και ένα διαβολικό βλέμμα να τον κοιτάζει. Ο τύπος με το παγωμένο χαμόγελο ήταν γύρω στα 35. Με νευρώδες σώμα χωρίς κανένα περριτό γραμμάριο. Μία περιέργη γυαλάδα στο μέτωπό του αντιφέγγιζε τις χαμηλόφωτες λάμπες του μαγαζιου , δείχνοντας με αυτο τον τρόπο την συχνη περιποίηση που εφάρμοζε."Σε πειράζει να πιω το ποτό μου μαζί σου?" Η φωνή του νεαρού άντρα βγήκε ξανά ψυχρή, δήθεν φιλική μοιάζοντας όμως περισσότερο με ανακοίνωση σε αφιξεις λεωφορείου. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δείξει εγκαρδιότητα στον μεθυσμένο, όμως το φίλτρο του αλκοόλ που είχε εγκατασταθεί στον εγκεφαλο του δεν μπορούσε να μην του δώσει την πραγματική εικόνα. Με άσχημο προαίσθημα του έκανε νεύμα να καθήσει. Συνέχισε να τον περιεργάζεται με ενδιαφέρον. Ηταν παράδοξο σε ένα καταγώγι σαν αυτά που σύχναζε να γνωρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο. Κάθε σημείο πάνω του ήταν προμελετημένο, ήταν τοποθετημένο με προσοχή, ήταν τέλειο. Από το ξύρισμα μέχρι την γραβάτα, μέχρι τα γυαλισμένα παπούτσια. Όλα ήταν τέλεια. Ο ίδιος μάλλον αποτελούσε το αντίθετο παράδειγμα. Ονομαζόταν Tom, ήταν περίπου στην ίδια ηλικία, ήταν πετυχημένος επαγγελματικά, είχε μανία με την τάξη και άλλες βαρετές συνήθειες. Ο νεαρός έβγαλέ μέσα από το σακκάκι του μια μεταλλική θήκη πούρου στο ίδιο χρώμα με το κοστούμι.Με προσοχή καθάρησε την βάση του. Επειτα με επιδέξιες κινήσεις σάλιωσε την άκρη του με το στόμα. Το άναψε με μεγάλη ευχαρίστηση πνίγοντας τον μικρό χώρο του BAR στον καπνό. Απεναντι τους βρίσκονταν δυο ξεπεσμένες πουτάνες που διεκδικούσαν τον ίδιο πελάτη. Ο barman σχεδόν δουλικά τον σέρβιρε ενώ γεμάτος χαμόγελα απομακρυνθηε από αυτόν τον εκλεκτο και σπάνιο πελάτη.«Πως και περαστικός από αυτόν τον βρωμότοπο αποψε?». «Ας πούμε ότι δοκιμάζω κάτι με διαφορετική οσμή και γεύση, κάτι που να δώσει ένα διαφορετικό τόνο στην αποψινή νύχτα» του απάντησε. Ο Tom με χαλαρές κινήσεις τίναξε την στάχτη από το πούρο , ετρίψε τα ιδρωμένα δάκτυλα των χεριών του και τέντωσε απάλα την μέση του.Οι δυο άντρες μπήκαν σε μια διαδικασία συζήτησης που ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί που θα καταλήξει. Χωρίς να το καταλάβει, με το πέρασμα της ώρας αποκάλυψε χωρίς περικοπές την δικιά του ιστορία. Για την εταιρεία του που έπεσε έξω, για την γυναίκα του που πήρε το μικρό του γιο και εξαφανίστηκε, για τα ναρκωτικά, την αστυνομία που τον μάζεψε και άλλα. Βρήκε τον εαυτό του να κλαίει, τον ξένο να κερνάει και άλλα ποτά να του σφίγγει συγκαταβατικά τον ώμο...." Τι θα έλεγες όμως αν απόψε σε κερνούσα μια εμπειρία διαφορετική από τις άλλες?" Η φράση αυτή βρήκε τον ξένο να παίζει νευρικά με το τασάκι και το πούρο του. "Συγνώμη φίλε, αλλά δεν είμαι πούστης..." απάντησε σπασμωδικά ο μεθυσμένος. "Οχι, φίλε με παρεξήγησες, τίποτα τέτοιο. Εδώ μιλάμε για μια εμπειρία πέρα από τα όρια, κάτι που θα σε κάνει τον παλιό σου εαυτό. Σε ενδιαφέρει κάτι τέτοιο?" Ο μεθυσμένος ήπιε άσπρο πάτο. «Όχι , λυπάμαι, δε νομίζω πως υπάρχει τρόπος να γυρίσω πίσω... Σε τι αναφέρεσαι?" "Ας πούμε ότι υπάρχει ένα μέρος κάπου στα βάθη αυτής της νύχτας που όποιος τόλμησε να το επισκεφτεί άλλαξε η ζωή του και ποτέ ξανά δεν ήταν ο ίδιος. Άνθρωποι με αδιέξοδα σαν το δικό σου ξαναγεννήθηκαν, βρήκαν έναν ας πούμε διαφορετικό προορισμό. Κάτι ανώτερο από μερικά γραμμάρια ναρκωτικά ή μερικά μπουκάλια με αλκοόλ." "Δεν ξέρω, ίσως το ποτό πήρε το μυαλό μου, αλλά πραγματικά δεν καταλαβαίνω τίποτα..." " Σε ενδιαφέρει? Αυτό μετράει, τίποτα άλλο" "Λυπάμαι, δυο ώρες νωρίτερα ίσως, τώρα πια όχι". Ο Τom έβγαλε από την τσέπη του ένα κουτάκι με σπίρτα. "Λυπάμαι που δεν μπορείς. Πραγματικά άξιζε μια ευκαιρία και για σένα. Δεν πειράζει, αν αλλάξεις γνώμη η διεύθυνση βρίσκεται εδώ." Με αργή κίνηση έσυρε το κουτάκι με τα σπίρτα μπροστά του. Ο μεθυσμένος πήρε με τρεμάμενο χέρι το κουτάκι και το περιεργάστηκε. Ήταν γυαλιστερά λευκό με χρυσά καλιτεχνικά γράμματα στην εξωτερική του πλευρά. "Club Nepesh. Σίγουρα περίεργο όνομα. Τι σημαίνει? δεν μοιάζει με αγγλικά." «Το Nepesh ας πούμε ότι προέρχεται από μια παλαιότερη γλώσσα ξεχασμένη σήμερα από τους περισσότερους ανθρώπους». «Τέλος πάντων, πρέπει να πηγαίνω, χάρηκα για τη γνωριμία, καλά να περνάς.» Σηκώθηκε αργά, φόρεσε το παλτό του, τον έσφιξε για μια τελευταία φορά στον ώμο, βγήκε από το μαγαζί και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο μεθυσμένος παρέμεινε εκεί να κοιτάζει μια το κουτάκι με τα σπίρτα και μια την πόρτα. "Club Nepesh" σκέφτηκε. "Αλλάζεις τρόπο ζωής, άλλο επίπεδο". Ο άντρας παράγγειλε ένα ακόμα ποτό, άναψε τσιγάρο. Το ένστικτό του, αυτό το αρχέγονο συναίσθημα που όλοι οι άνθρωποι έχουν του έλεγε να μην ασχοληθεί. Από την άλλη πλευρά τύψεις, τύψεις και πόνος, μια αιμόφυρτη σύζηγος , το μικρό αγόρι δεμένο να κλαίει,ο εαυτός σε σταθερή πορεια προς τον πάτο. Με μια ματιά η ζωή του λύθηκε μπροστά του. Ετσι κι αλλιώς δεν είχε καμία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Πιο κάτω δεν πήγαινε. Τι είχε να χάσει? Έξυσε αργά τα βρώμικα και γεμάτα ιδρώτα μαλλια του.Σηκώθηκε νευρικά, έβαλε το κουτάκι με τα σπίρτα στην τσέπη και άφησε την νύχτα να τον καταπιεί. Μερικές ώρες αργότερα θα το μετάνιωνε αλλά θα ήταν αργά…

 

ps. Φίλε ελπίζω αυτό να συναντά τις προδιαγραφές για την παρακμή σου. Μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με αυτό που κρύβω μέσα μου.

ps2. Kαι ακόμα δεν αρχίσαμε...

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Νύχτα

Μερικές φορές νομίζω ότι θα πιάσω τα αστέρια...αγκαλιάζω το κενό. Μένω με την σκέψη και ελπίζω μια μέρα να το καταφέρω. .... Είναι αργά και νοιώθω κουρασμένος... άσε ...θα τα πιάσω αύριο...

 

Υπο την επίδραση:

1. King Crimson - Islands.

islands

2. Δεν μπόρεσα ... ήρθε πάλι.... ( ΚEEP WALKING)

3.  Τα σταφύλια της οργής. ( Ξέρετε ποιος το έγραψε, αν όχι σας λυπάμαι)

wikipedia-info

4. Όλα τα όνειρα που κάποτε γίνονται πραγματικότητα.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Όνειρα

Ποια είναι η ερώτηση που ποτέ δεν βρίσκει απάντηση? Ανθρωποι και ποντίκια χορεύουν κάθε μέρα στον ρυθμό της πόλης. Χανονται μέσα στην σκόνη και αγωνίζονται στο βωμό της δικής τους ματαιοδοξίας. Κοιταζεις γύρω σου και το μόνο που αντικρύζεις είναι βλέμματα κενά, κακία, στενοχώρια. Χάνομαι στο πλήθος και εγώ. Προσπαθω να καταλάβω τι σημαίνει μίσος. Συμβιβάζομαι με την συγχώρεση. Το μυαλό πονάει κάθε ανατολή, λίγο πριν σηκωθεί ο ήλιος. Έίναι η ώρα που έρχονται τα όνειρα και λες αντίο στον εαυτό σου. Ποιο σώμα είναι ικανό να αντέξει την πραγματίκοτητα? Ειμαστε ικανοί για όλα όμως  παρόλα αυτά χανόμαστε μέσα στο τίποτα.Μετα απλά κυλούν οι μέρες και κλαίνε μαζί μας που δεν προσφέραν τίποτα.

Βαβέλ μεγάλη είναι αυτη η πολή απόψε. Μιλάνε όλοι δεν καταλαβαίνει κανένας. Στέκομαι και κοιτάζω δυο γέρους σε ένα παγκάκι. Είναι από άλλη εποχή. Η δική μου δεν είναι έτσι. Κάνω να πώ πως εξελίχθηκα και χάνομαι ξανα μέσα στο μονότονο κλάμα μου. Θέλω να σπάσω τα δεσμά αυτής της μικρής και ανόητης ζωής. Θέλω να πάω αλλού. Στην τέχνη, στην έκφραση, στους χαμένους φίλους. Θέλω να επιλέξω την πραγματικότητα που μας ταιριάζει. Αλίμονο χάνομαι και εγώ πίσω από ένα όνειρο.

Οι άνθρωποι σήμερα σκάβουν τρύπες για να μπουν μέσα. Σκάβουν την ατμόσφαιρα με νέφος, την γη με τσιμέντο, την καρδιά τους με fast food.  Άφησαν την γεύση της ζωής να φύγει. Αντικατέστησαν το δέρμα τους με σιλικόνη, κάνουν απολέπιση, δεν κοιτάν ψηλά πια για να μην κάνουν ρυτίδες. Όλα χάνονται μεσα στη αιθάλη του κόσμου που φτιάξαμε. Και όταν για μια στιγμή ζούμε, πονάμε, αγαπάμε, μας πιάνει φόβος και κλεινόμαστε πάλι στο καβούκι μας.  Φοβόμαστε το θηρίο που λέγεται άνθρωπος. Και όταν ξημερώσει αφήνουμε το όνειρο , φοράμε την γραβάτα μας και αγωνιζόμαστε να σκοτώσουμε άλλη μια μέρα που θα μας φέρει πιο κοντά στο τέλος. Εκεί νομίζουμε πως  είναι η σωτηρία μας.

Γιαυτό απόψε σας λεώ μην κοιμάστε. Αφήστε το όνειρο να έρθει και την μέρα. Ζήστε μια στιγμή που θα σας φέρει πιο κοντά στην αιωνότητα. Βρείτε την καλή σας όποια και αν είναι. Πάρτε την αγκαλιά και αφήστε την  να πάρει μέρος στο ίδιο όνειρο. Τα όνειρα δεν χωράνε πολλούς παρα μόνο όσους χρειαζόμαστε για να νοιώθουμε ευτυχισμένοι.... Καληνύχτα.

ps . Σύστημα άντε γαμήσου, σε ξεπέρασα!!

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

ΛΑΣΠΗ

"Καληνύχτα γλυκέ μου άγγελε..." Και μετα....Οι άνθρωποι γίνονται λάσπη. Χανονται μέσα σε μια καφετή ομίχλή από πόνο και δάκρυα. Βαριές ανάσες και βουβό κλάμα. Ανθρωποι κοντά μας αλλά πάντα πίσω μας. Ερχονται και μας ακουμπούν,μετά χάνονται ξανά μέσα στο σκοτάδι. Παντού ησυχία. Μια καρδιά να χτυπαέι, σκέψεις με ονείρα που δεν γίναν ποτέ πραγματικότητα. Ποτε είμασταν για τελευταία φορά παιδιά? Όταν το τέλος ήταν μακρυά μας. Μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε για την λάσπη. Κάθε μέρα ξυπνάμε αλλά στην πραγματικότητα κοιμόμαστε περισσότερο. Θυμώνουμε με τα μέτρια, ζητάμε το τέλειο και χανόμαστε από θαυμασμό μπροστά στο μεγαλείο μιας βιτρίνας. Κλαίμε, πονάμε αλλά ποτέ δεν το δείχνουμε. Αν μας ακούσουν και άλλοι, θα κλάψουν και αυτοί μαζί μας. Αυτη η ζώη ξεκινά με φως αλλά στο τέλος καταλήγει παντα στην λάσπη....Ειμαι μέσα σε αυτή σήμερα, μαζί σου, προσπαθώ να σε αγγίξω αλλά γλιστράς και φεύγεις. Μακάρι να μπορόυσα να βγάλω από πάνω σου αυτό που σε τρώει. Το μόνο που κάνω είναι να γλιστράω....
Όπου και να είσαι, όπου και να πάς, σου εύχομαι καλή τύχη... εγώ θα μείνω εδώ...